
ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ......
Δυο αντίθετες ερμηνείες για το κίνημα της Τιεν Αν Μεν έχουν επικρατήσει τα τελευταία χρόνια, κυρίως στη Δύση, αλλά και στην Κίνα, έως ένα βαθμό. Η πρώτη είναι κοινωνικοοικονομική. Στις αρχές του 1988, η κυβέρνηση άσκησε ισχυρή πίεση για την απελευθέρωση των τιμών, αλλά οι έντονες αντιδράσεις που προξένησε σε όλη τη χώρα η επακόλουθη άνοδος του πληθωρισμού την ανάγκασαν να επαναφέρει, τον Ιανουάριο του 1989, τα δελτία τροφίμων στις μεγάλες πόλεις. Μερικοί αμερικανοί μελετητές υποστηρίζουν ότι αυτός υπήρξε ένας από τους παράγοντες που οδήγησαν στη μαζική κοινωνική αναταραχή, η οποία εκδηλώθηκε την άνοιξη του 1989. Στην ίδια την Κίνα, στοχαστές της Νέας Αριστεράς έχουν προχωρήσει ένα βήμα παραπέρα, θεωρώντας ότι η στρατιωτική καταστολή της 4ης Ιουνίου άνοιξε ουσιαστικά τον δρόμο στην ελεύθερη αγορά, τσακίζοντας την αντίσταση στην άρση των ελέγχων στις τιμές (που καταργήθηκαν ξανά, επιτυχώς τούτη τη φορά, στις αρχές της δεκαετίας του 1990). Σύμφωνα με την εν λόγω άποψη, η κινητήρια δύναμη, ακόμα και η έμπνευση αυτού του μαζικού κινήματος, ήταν η άρνηση των μεταρρυθμίσεων που θα στερούσαν από τον πληθυσμό τα κεκτημένα του συλλογικού πλούτου. Οι πυροβολισμοί στο Πεκίνο συνέτριψαν τις τελευταίες ελπίδες για το "σιδερένιο μπoλ με ρύζι" του σοσιαλισμού,1 ανοίγοντας τον δρόμο για την πλήρη ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Κίνα.
Μια άλλη σχολή σκέψης αντιστρέφει το προηγούμενο επιχείρημα. Όπως υποστηρίζει, η κινητοποίηση των μαζών, κάθε άλλο παρά γαντζωμένη στο σοσιαλιστικό παρελθόν, προσέβλεπε σαφώς σε ένα φιλελεύθερο μέλλον. Ο αυξανόμενος αριθμός πανό στα αγγλικά, καθώς και το άγαλμα της "Θεάς της Δημοκρατίας", που φτιάχτηκε από πλαστικό, με πρότυπο το Άγαλμα της Ελευθερίας, και στήθηκε στην Τιεν Αν Μεν τις τελευταίες μέρες του Μαΐου, δείχνουν ότι το πραγματικό όνειρο που ενέπνεε τους διαδηλωτές ήταν η Αμερική: όχι το "σιδερένιο μπολ με ρύζι", αλλά η αγορά και η κάλπη.
Είναι αλήθεια ότι η κοινωνικοοικονομική δυσαρέσκεια, που διογκώθηκε ταχύτατα το καλοκαίρι του 1988, συνέβαλε σημαντικά στην ευρεία υποστήριξη προς τις φοιτητικές διαμαρτυρίες του επόμενου έτους. Ωστόσο, στο πλαίσιο του κινήματος του 1989, η οικονομική δυσπραγία μετασχηματίστηκε αδιαμφισβήτητα σε πολιτική διαμαρτυρία.
Όσον αφορά την ιδεολογία του κινήματος, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αυτή η τεράστια κοινωνική αναταραχή ξέσπασε πολύ γρήγορα. Όταν η κυβέρνηση, στα μέσα Μαΐου, αισθάνθηκε πιεσμένη από μια απεργία πείνας των φοιτητών, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, συμπεριλαμβανομένης και της Λαϊκής Ημερησίας, απόλαυσαν μια εβδομάδα ελευθερίας του Τύπου πρωτοφανή στην ιστορία της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας. Στους δρόμους, άνθρωποι με την πιο διαφορετική κοινωνική προέλευση ήταν ξαφνικά σε θέση να εκφράσουν δημόσια τις ιδέες τους και να αντιπαρατεθούν μεταξύ τους. Στο πανδαιμόνιο που ακολούθησε, ήταν εύκολο να υπερεκτιμήσει κανείς ορισμένα μεμονωμένα σύμβολα. Οι δημοφιλείς εικόνες της Αμερικής είναι ένα παράδειγμα. Μια εξαιρετικά αφηρημένη εικόνα των ΗΠΑ, βασισμένη σε ελάχιστη γνώση, αποτέλεσε ένα μέσον --ή ένα κέλυφος, αν προτιμάτε-- στο οποίο επενδύθηκε η έκρηξη της φαντασίας των ανθρώπων. Αυτό το κέλυφος, όμως, ήταν γεμάτο με παραστάσεις --και κριτικές-- που αντλούνταν από τη ζωή στη σοσιαλιστική ή ημι-σοσιαλιστική κοινωνία των προηγούμενων δεκαετιών. Στο μυαλό των ανθρώπων, ο σοσιαλιστικός λόγος ανακατευόταν με κάποιες διάσπαρτες εικόνες μιας εξιδανικευμένης Αμερικής. Αυτό μπορεί να απογοητεύει τους σημερινούς διανοούμενους, οι οποίοι έχουν πολύ πιο σαφείς ιδεολογικές θέσεις, φιλελεύθερες ή αριστερές. Ωστόσο, κάτω από τ άγαλμα της "Θεάς της Δημοκρατίας", τα περιβραχιόνια στη γραμμή της περιφρούρησης ήταν κόκκινα. Η ιστορική σπουδαιότητα της αναταραχής του 1989 στο Πεκίνο, δεν έγκειται στο ένα ή το άλλο πολιτικό παράδειγμα, που εξέφρασαν ο ένας ή ο άλλος εκπρόσωπος ή ηγέτης· έγκειται στον χώρο ανάπτυξης της δημιουργικής φαντασίας που εξασφάλισε το κίνημα, καθώς και στις ευκαιρίες πειραματισμού που προσέφερε. Στο επίκεντρο βρισκόταν πάντα το δικαίωμα των πολιτών να συμμετέχουν στη δημόσια ζωή της χώρας και οι τρόποι με τους οποίους θα μπορούσαν να το κάνουν.
Σήμερα μπορεί να βρει κανείς στο ίντερνετ πολλά βίντεο, τα οποία αναφέρονται στα γεγονότα του 1989 στην Κίνα. Το πιο εντυπωσιακό, σε όλα, είναι η έκφραση στα πρόσωπα --έξαψη, αγωνία, ελπίδα, αποφασιστικότητα, συμπόνια και αλληλεγγύη--, σε όλες τις ομάδες και γενιές. Αυτό το οποίο ενδιέφερε τους διαδηλωτές ήταν η δημοκρατία, όχι η ανατροπή της κυβέρνησης. Μονάχα αν το αντιληφθούμε, θα μπορέσουμε να καταλάβουμε πώς, κατά τη διάρκεια τόσων εβδομάδων με εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, όσοι κινητοποιήθηκαν επέδειξαν τέτοια αυτοπειθαρχία. Και η αυτοπειθαρχία αυτή δεν πήγαζε από τον φόβο της κυβερνητικής αντεκδίκησης, αλλά από ένα ισχυρό αίσθημα υπερηφάνειας για την ικανότητά τους να πάρουν τις τύχες τους στα χέρια τους -- μια φανερή κληρονομιά της Κινέζικης Επανάστασης και του σοσιαλιστικού παρελθόντος. Τα ποσοστά της εγκληματικότητας στο Πεκίνο έπεσαν απότομα, ενώ δεν αναφέρθηκε ούτε ένα περιστατικό πλιάτσικου ή βανδαλισμού. Στο Πεκίνο και το Τσενγκτού, τουλάχιστον, ακόμα και οι κλέφτες κατέβηκαν σε απεργία, διαμαρτυρόμενοι εναντίον της κυβέρνησης. Αυθορμήτως, η τάξη επικράτησε παντού. Στις 17 Μαΐου, μέσα σε ατμόσφαιρα κρίσης, διεξήχθη μια τηλεοπτική συζήτηση ανάμεσα στον πρωθυπουργό Λι Πενγκ και μερικούς από τους ηγέτες των φοιτητών, σχετικά με την "αναρχία" του κινήματος. Άρχισαν να συζητάνε ποιος είναι υπεύθυνος για όσα συμβαίνουν στην πλατεία, διακόπτοντας ένα από τα πατερναλιστικά λογύδρια του Λι: θυμάμαι το πρόσωπό του να γίνεται κατακόκκινο και μετά άσπρο σαν πανί, καθώς έσφιγγε τα μπράτσα της καρέκλας και με τα δυο του χέρια. Όταν ήρθε η σειρά μου να μιλήσω, επέμεινα ότι οι φοιτητές διεκδικούν δικαιώματα που εγγυάται το Σύνταγμα της Κίνας και ότι αυτό που χαρακτήριζε το κίνημα ήταν το αντίθετο της αναρχίας: ηρεμία, τάξη, αυτοπεποίθηση και αυτοσυγκράτηση. Φυσικά, αυτό ακριβώς ήταν που φόβιζε την κυβέρνηση.
Τρεις μέρες μετά κηρύχθηκε ο στρατιωτικός νόμος και τα τανκς εμφανίστηκαν στις παρυφές της πόλης. Για δυο βδομάδες, ο κόσμος ανακόπτει την προέλασή τους. Όποιος βρέθηκε εκεί, δεν θα ξεχάσει ποτέ το πνεύμα που είχε συνεπάρει και εμψύχωνε τον λαό του Πεκίνου, κάνοντάς τον να αντιπαρατεθεί στον στρατό και τα τεθωρακισμένα.
Όταν έφτασε η στιγμή της καταστολής, τη νύχτα της 3ης προς την 4η Ιουνίου, τα περισσότερα θύματα δεν ήταν φοιτητές, αλλά απλοί πολίτες. Άνθρωποι άγνωστοι μεταξύ τους βοηθούσαν ο ένας τον άλλο χωρίς περιττές ερωτήσεις, και μερικοί βρήκαν τον θάνατο καθώς προσπαθούσαν να σώσουν κάποιους άλλους. Όλη η υφήλιος θυμάται την εικόνα ενός άντρα που στάθηκε ολομόναχος μπροστά σε μια φάλαγγα τανκς που προχωρούσε. Η πόλη ήταν γεμάτη από τέτοιους θαρραλέους ανθρώπους, εκείνο το βράδυ. Ο λόγος που μνημονεύουμε την 4η Ιουνίου, κάθε χρόνο, δεν είναι απλώς για να μη λησμονούμε την τραγωδία των ανθρώπινων ζωών που χάθηκαν, αλλά και για να ξαναζήσουμε εκείνο το συγκλονιστικό πνεύμα του κινήματος, κάτι σπάνιο στην κινεζική ιστορία των τελευταίων αιώνων.
Ο συνεχιζόμενος φόβος της κινέζικης κυβέρνησης απέναντι στο κίνημα του 1989 δείχνει ότι αυτό ήταν το αληθινό νόημά του. Αν το κίνημα είχε πηγάσει κυρίως από οικονομικές διεκδικήσεις, τότε θα είχε μικρή απήχηση στη σημερινή Κίνα, όπου το επίπεδο ζωής στις πόλεις είναι πολύ υψηλότερο από τότε. Αν το κίνητρο των διαδηλωτών ήταν η επιθυμία για τα αμερικάνικα αγαθά, και πάλι έχει ικανοποιηθεί με το παραπάνω: φαστ φουντ, χολυγουντιανές ταινίες και τηλεπαιχνίδια υπάρχουν παντού, ενώ οι αρχές της ελεύθερης αγοράς εφαρμόζονται σε όλους τους τομείς της διοίκησης με μεγαλύτερη αυστηρότητα ακόμα και από τις ΗΠΑ. Ο λόγος που η ανάμνηση της 4ης Ιουνίου στοιχειώνει ακόμα την κρατική γραφειοκρατία είναι ότι το κίνημα αφορούσε κάτι που η ταχύρυθμη ανάπτυξη και ο ξέφρενος καταναλωτισμός δεν έχουν μεταβάλει. Γιατί, παρόλα τα οικονομικά της επιτεύγματα, η Κίνα σήμερα δεν πλέει σε μια θάλασσα κοινωνικής γαλήνης. Οι ραγδαία αυξανόμενες ανισότητες, η κατάρρευση του συστήματος πρόνοιας, οι περιβαλλοντικές καταστροφές, η απαλλοτρίωση αγροτικών εκτάσεων, η κακομεταχείριση των μεταναστών, η ανηλεής εκμετάλλευση των εργαζόμενων, οι απαγωγές παιδιών και η καταναγκαστική παιδική εργασία, οι στρατιές των ανέργων και, τέλος --κι αυτό, από πολλές απόψεις, είναι που προξενεί το μεγαλύτερο μίσος-- η ανεξέλεγκτη διαφθορά, όλα τα παραπάνω προκαλούν γενικευμένη δυσαρέσκεια. Τα ξεσπάσματα της λαϊκής οργής κατά τόπους έχουν πολλαπλασιαστεί τα τελευταία χρόνια, ιδίως στην ύπαιθρο και τις μικρότερες πόλεις, όπου οι συνθήκες ζωής είναι χειρότερες και ο αστυνομικός έλεγχος λιγότερο ασυστηρός. Σ' αυτό το νοσηρό κοινωνικό περιβάλλον, όπου η αχαλίνωτη κερδοσκοπία των απατεώνων και των κρατικών αξιωματούχων, συνήθως σε αγαστή συνεργασία, αποτελεί καθημερινή πραγματικότητα, η ρίζα των δεινών είναι ολοφάνερη: το μονοπώλιο της εξουσίας που διατηρεί το κυβερνών κόμμα. Μόνο τα δημοκρατικά δικαιώματα μπορούν να κάνουν τους κατόχους της εξουσίας να λογοδοτούν για τις πράξεις τους και να απελευθερώσουν τη λαϊκή ενεργητικότητα, που είναι απαραίτητη για την επίτευξη όλων εκείνων για τα οποία οι πρώτοι είναι ανίκανοι. Γι 'αυτό ακριβώς, ακόμη και σήμερα, όποτε η αγανάκτηση για την αδικία και τη διαφθορά ξεχειλίζει, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι η συλλογική μνήμη του 1989, πλανιέται σαν φάντασμα τόσο στη σκέψη των κυβερνώντων όσο και --το πόσο συχνά μπορούμε μόνο να το μαντέψουμε-- στη σκέψη των κυβερνώμενων.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου